Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὕαιν αἱ ὕαιναι
      γενική τῆς ὑαίνης τῶν ὑαινῶν
      δοτική τῇ ὑαίν ταῖς ὑαίναις
    αιτιατική τὴν ὕαινᾰν τὰς ὑαίνᾱς
     κλητική ! ὕαιν ὕαιναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὑαίν
γεν-δοτ τοῖν  ὑαίναιν
1η κλίση, Κατηγορία 'θάλασσα' όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὕαινα < ὗ(ς) + -αινα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὕαινα

  ΠηγέςΕπεξεργασία