Δείτε επίσης: οθόνη

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὀθόνη αἱ ὀθόναι
      γενική τῆς ὀθόνης τῶν ὀθονῶν
      δοτική τῇ ὀθόν ταῖς ὀθόναις
    αιτιατική τὴν ὀθόνην τὰς ὀθόνᾱς
     κλητική ! ὀθόνη ὀθόναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὀθόν
γεν-δοτ τοῖν  ὀθόναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀθόνη < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὀθόνη θηλυκό

  1. λινό ύφασμα
  2. λινό γυναικείο ρούχο
  3. (στους μεταγενέστερους) πανί πλοίου
  4. (στον πληθυντικό) η μεμβράνη που περικλείει την κόρη του ματιού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία