Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἵδρυσις ἱδρύσει ἱδρύσεις
Γενική ἱδρύσεως ἱδρυσέοιν ἱδρύσεων
Δοτική ἱδρύσει ἱδρυσέοιν ἱδρύσεσι(ν)
Αιτιατική ἵδρυσιν ἱδρύσει ἱδρύσεις
Κλητική ἵδρυσι ἱδρύσει ἱδρύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἵδρυσις < ἱδρύ(ω) + -σις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἵδρυσις [] θηλυκό

  1. ανέγερση, ίδρυση
    1. ναών
      ἱερῶν ἱδρύσεις
    2. τοποθέτηση αγαλμάτων
      Ἑρμέω ἱδρύσιες (Ερμές, προτομές, αγάλματα του Ερμή)
  2. οικισμός

  ΠηγέςΕπεξεργασία