Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
Ἑκᾰβα-
ονομαστική Ἑκάβη αἱ Ἑκάβαι
      γενική τῆς Ἑκάβης τῶν Ἑκαβῶν
      δοτική τῇ Ἑκάβ ταῖς Ἑκάβαις
    αιτιατική τὴν Ἑκάβην τὰς Ἑκάβᾱς
     κλητική ! Ἑκάβη Ἑκάβαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἑκάβ
γεν-δοτ τοῖν  Ἑκάβαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ἑκάβη < λείπει η ετυμολογία
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: λατινικά: Hecuba και δείτε τις Μεταφράσεις στο λήμμα Εκάβη

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ἑκάβη θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. (ελληνική μυθολογία) κόρη του βασιλιά των Φρυγών Δύμαντα και της Ευνόης, σύζυγος του Πριάμου, μητέρα του Έκτωρος, του Πάριδος, της Κασσάνδρας, της Πολυξένης και άλλων παιδιών
  3. (λογοτεχνία, θέατρο) τραγωδία του Ευριπίδη

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία