Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐπίσκεψις θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐπίσκεψις < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐπίσκεψις θηλυκό

  1. επιμελής εξέταση
  2. επιθεώρηση
  3. απογραφή κατοίκων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία