ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ᾰρᾰβ-
ονομαστική Ἄραψ οἱ Ἄραβες
      γενική τοῦ Ἄραβος τῶν Ἀράβων
      δοτική τῷ Ἄραβ τοῖς Ἄραψ(ν)
Ἀράβεσσι
    αιτιατική τὸν Ἄραβ τοὺς Ἄραβᾰς
     κλητική ! Ἄραψ Ἄραβες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἄραβε
γεν-δοτ τοῖν  Ἀράβοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'Ἄραψ' όπως «Ἄραψ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Ἄραψ (ελληνιστική κοινή) < αραβική عَرَب (ʿarab) < ρίζα ع ر ب (ʿ-r-b)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

Ἄραψ αρσενικό (θηλυκό Ἀραβίς)

Παράγωγα

επεξεργασία

Δε σχετίζεται με το ἄραβος (τρίξιμο των δοντιών)