Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἀερόπη αἱ Ἀερόπαι
      γενική τῆς Ἀερόπης τῶν Ἀεροπῶν
      δοτική τῇ Ἀερόπ ταῖς Ἀερόπαις
    αιτιατική τὴν Ἀερόπην τὰς Ἀερόπᾱς
     κλητική ! Ἀερόπη Ἀερόπαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἀερόπ
γεν-δοτ τοῖν  Ἀερόπαιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ἀερόπη < Ἀέροπος[1] + < ἀέροψ < ἀήρ + ὄψ

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ἀερόπη θηλυκό

  1. (ελληνική μυθολογία) μητέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου
  2. γυναικείο όνομα: Αερόπη

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «Ἀέροπος» - ΘΕΤΙΜΑ, Αρχαίες Ελληνικές Διάλεκτοι - Λεξικό κυρίων ονομάτων στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012

  ΠηγέςΕπεξεργασία