Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄμβων ἄμβωνε ἄμβωνες
Γενική ἄμβωνος ἀμβώνοιν ἀμβώνων
Δοτική ἄμβωνι ἀμβώνοιν ἄμβωσι(ν)
Αιτιατική ἄμβωνα ἄμβωνε ἄμβωνας
Κλητική ἄμβων ἄμβωνε ἄμβωνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄμβων < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄμβων

  1. ράχη βουνού
  2. εξόγκωμα
  3. (θρησκεία) (μεσαιωνική ελληνική) άμβωνας