Δείτε επίσης: ἀδελφιδής

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀνεψιαδέη   > ἀνεψιαδ αἱ ἀνεψιαδέαι   > ἀνεψιαδαῖ
      γενική τῆς ἀνεψιαδέης > ἀνεψιαδῆς τῶν ἀνεψιαδεῶν > ἀνεψιαδῶν
      δοτική τῇ ἀνεψιαδέ   > ἀνεψιαδ ταῖς ἀνεψιαδέαις > ἀνεψιαδαῖς
    αιτιατική τὴν ἀνεψιαδέην > ἀνεψιαδῆν τὰς ἀνεψιαδέᾱς   > ἀνεψιαδᾶς
     κλητική ! ἀνεψιαδέη   > ἀνεψιαδ ἀνεψιαδέαι   > ἀνεψιαδαῖ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀνεψιαδέᾱ   > ἀνεψιαδ
γεν-δοτ τοῖν  ἀνεψιαδέαιν   > ἀνεψιαδαῖν
1η κλίση, ομάδα 'γαλέη γαλῆ', Κατηγορία 'γαλῆ' όπως «γαλῆ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀνεψιαδῆ, συνηρημένος τύπος κατάληξης -έη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀνεψιαδῆ θηλυκό (αρσενικό ἀνεψιαδοῦς)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία