↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἀνεψιαδεο- > -οῦς
ονομαστική ἀνεψιαδοῦς οἱ ἀνεψιαδοῖ
      γενική τοῦ ἀνεψιαδοῦ τῶν ἀνεψιαδῶν
      δοτική τῷ ἀνεψιαδ τοῖς ἀνεψιαδοῖς
    αιτιατική τὸν ἀνεψιαδοῦν τοὺς ἀνεψιαδοῦς
     κλητική ! ἀνεψιαδοῦ ἀνεψιαδοῖ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀνεψιαδώ
γεν-δοτ τοῖν  ἀνεψιαδοῖν
2η κλίση, ομάδα 'θυγατριδέος θυγατριδοῦς', Κατηγορία 'θυγατριδοῦς' όπως «θυγατριδοῦς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἀνεψιαδοῦς < λείπει η ετυμολογία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ἀνεψιαδοῦς αρσενικό (θηλυκό ἀνεψιαδῆ)

Συγγενικά

επεξεργασία