Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀνάκρισις ἀνακρίσει ἀνακρίσεις
Γενική ἀνακρίσεως ἀνακρισέοιν ἀνακρίσεων
Δοτική ἀνακρίσει ἀνακρισέοιν ἀνακρίσεσι(ν)
Αιτιατική ἀνάκρισιν ἀνακρίσει ἀνακρίσεις
Κλητική ἀνάκρισι ἀνακρίσει ἀνακρίσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀνάκρισις < ἀνακρίνω + -σις < κρίνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *krey-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀνάκρισις

  1. εξέταση
  2. έρευνα
  3. (νομική) ανάκριση (προκειμένου να έρθει μια υπόθεση στα δικαστήρια)
  4. διαμάχη, διαφωνία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία