Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ᾰμᾰ̄ρᾰκο-
ονομαστική ἀμάρακος οἱ ἀμάρακοι
      γενική τοῦ ἀμαράκου τῶν ἀμαράκων
      δοτική τῷ ἀμαράκ τοῖς ἀμαράκοις
    αιτιατική τὸν ἀμάρακον τοὺς ἀμαράκους
     κλητική ! ἀμάρακε ἀμάρακοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀμαράκω
γεν-δοτ τοῖν  ἀμαράκοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀμάρακος < λείπει η ετυμολογία

  Ουσιαστικό Επεξεργασία

ἀμάρακος (ᾰμᾰρᾰκος) αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  1. (φυτό) βολβώδες φυτό
  2. (φυτό) μαντζουράνα (Ἀμάρακος ὁ Περσικός ή Αἰγυπτιακός)

Άλλες μορφές Επεξεργασία

Συγγενικές λέξεις Επεξεργασία

  Πηγές Επεξεργασία