Δείτε επίσης: αλυτάρχης

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀλυτάρχης οἱ ἀλυτάρχαι
      γενική τοῦ ἀλυτάρχου τῶν ἀλυταρχῶν
      δοτική τῷ ἀλυτάρχ τοῖς ἀλυτάρχαις
    αιτιατική τὸν ἀλυτάρχην τοὺς ἀλυτάρχᾱς
     κλητική ! ἀλυτάρχ ἀλυτάρχαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀλυτάρχ
γεν-δοτ τοῖν  ἀλυτάρχαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία όπως «τοξότης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀλυτάρχης < ἀλύτ(ης) + -άρχης (< ἄρχω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀλυτάρχης αρσενικό

  • ο επικεφαλής των ἀλυτών, της αστυνόμευσης των Ολυμπιακών αγώνων
    ※  Ἀλυτάρχης: ῾Ο τῆς ἐν τῷ ᾿Ολυμπιακῷ ἀγῶνι εὐκοσμίας ἄρχων. ᾿Ηλεῖοι γὰρ τοὺς ῥαβδοφόρους ἢ μαστιγοφόρους παρὰ τοῖς ἄλλοις καλουμένους ἀλύτας καλοῦσι, καὶ τὸν τούτων ἄρχοντα ἀλυτάρχην. ῞Ηδυλος δὲ εἰς τὰ ἐπιγράμματα Καλλιμάχου διὰ δύο λάμβδα ὀνομάζει τοὺς ἀλύτας ἀλλύτας. (Μέγα Ετυμολογικόν, 72, 15)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία