Δείτε επίσης: ακονητής

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀκονητής τώ ἀκονητά οἱ ἀκονηταί
Γενική τοῦ ἀκονητοῦ τοῖν ἀκονηταῖν τῶν ἀκονητῶν
Δοτική τῷ ἀκονητ τοῖν ἀκονηταῖν τοῖς ἀκονηταῖς
Αιτιατική τόν ἀκονητήν τώ ἀκονητά τούς ἀκονητάς
Κλητική (ὦ) ἀκονητά (ὦ) ἀκονητά (ὦ) ἀκονηταί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀκονητής < ἀκονάω < ἀκόνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀκονητής αρσενικό