Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωμά < ωμός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ωμά

του φέρθηκε ωμά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ωμά