Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ωκυτόκος ωκυτόκο(ν)
γενική ωκυτόκου ωκυτόκου
αιτιατική ωκυτόκο ωκυτόκο
κλητική ωκυτόκε ωκυτόκο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ωκυτόκοι ωκυτόκα
γενική ωκυτόκων ωκυτόκων
αιτιατική ωκυτόκους ωκυτόκα
κλητική ωκυτόκοι ωκυτόκα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωκυτόκος < αρχαία ελληνική ὠκυτόκος < ὠκύς + τίκτω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ωκυτόκος,ος,ο

  1. που γεννά γρήγορα, εύκολα

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία