Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

χερόμυλος < αρχαία ελληνική χειρομύλη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χερόμυλος, ή χειρόμυλος αρσενικό

  1. ο χειροκίνητος μύλος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία