Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
χειρομῠλα-
ονομαστική χειρομύλη αἱ χειρομύλαι
      γενική τῆς χειρομύλης τῶν χειρομυλῶν
      δοτική τῇ χειρομύλ ταῖς χειρομύλαις
    αιτιατική τὴν χειρομύλην τὰς χειρομύλᾱς
     κλητική ! χειρομύλη χειρομύλαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χειρομύλ
γεν-δοτ τοῖν  χειρομύλαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειρομύλη < (χείρ) χειρο- + αρχαία ελληνική μύλη [ῠ]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειρομύλη θηλυκό

  ΠηγέςΕπεξεργασία