Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαμοδράκι < χάμω και δράκος (δράκο έλεγαν συχνά το αρσενικό αγόρι μέχρι να το βαφτίσουν, αλλά μάλλον για να το προστατεύει δράκος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαμοδράκι ουδέτερο και σμερδάκι

  1. (λαογραφία) δαίμονες ποιμενικοί που παλιά τους ξόρκιζαν με τελετές για να μη βλάψουν τα κοπάδια με αρρώστιες -δαίμονες που σύμφωνα με τον Ν.Πολίτη θεωρούσαν ότι ήταν ψυχές αβάπτιστων ή έκθετων παιδιών.
    Τα συμπτώματα που απέδιδαν σε χαμοδράκια ήταν παρόμοια με της ασθένειας του άνθρακα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία