Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαλκευτής < χαλκεύω < χαλκεύς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαλκευτής αρσενικό

  1. (επάγγελμα) ο χαλκουργός
  2. αυτός που παραποιεί την αλήθεια
    χαλκευτής συκοφαντιών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία