Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φωτοκύτταρο φωτοκύτταρα
γενική φωτοκυττάρου
& φωτοκύτταρου
φωτοκυττάρων
& φωτοκύτταρων
αιτιατική φωτοκύτταρο φωτοκύτταρα
κλητική φωτοκύτταρο φωτοκύτταρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωτοκύτταρο < φως + κύτταρο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φωτοκύτταρο ουδέτερο

  1. μηχανισμός που τίθεται σε λειτουργία με την επίδραση του φωτός και ο οποίος παράγει ηλεκτρικό ρεύμα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία