Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυσιατρική < φύσις + ιατρική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυσιατρική θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία