Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φραγκόσυκο τα φραγκόσυκα
      γενική του φραγκόσυκου των φραγκόσυκων
    αιτιατική το φραγκόσυκο τα φραγκόσυκα
     κλητική φραγκόσυκο φραγκόσυκα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φραγκόσυκο < φραγκοσυκιά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φραγκόσυκο ουδέτερο

  1. ο καρπός της φραγκοσυκιάς

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία