Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φουσκοθαλασσιά φουσκοθαλασσιές
γενική φουσκοθαλασσιάς φουσκοθαλασσιών
αιτιατική φουσκοθαλασσιά φουσκοθαλασσιές
κλητική φουσκοθαλασσιά φουσκοθαλασσιές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φουσκοθαλασσιά < φουσκω(-νω) + θάλασσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φουσκοθαλασσιά θηλυκό

  1. η ελαφρά ταραγμένη κατάσταση της θάλασσας, με ήπιο αλλά υπολογίσιμο κυματισμό, όταν συνήθως ο άνεμος δεν εντείνει το πρόβλημα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία