Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπερζήτηση οι υπερζητήσεις
      γενική της υπερζήτησης των υπερζητήσεων
    αιτιατική την υπερζήτηση τις υπερζητήσεις
     κλητική υπερζήτηση υπερζητήσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δεν συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερζήτηση < υπερ- + ζήτηση

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.peɾˈzi.ti.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υ‐περ‐ζή‐τη‐ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπερζήτηση θηλυκό

  • (νεολογισμός) η υπερβολική ζήτηση
    ※ Αποδεικνύοντας ότι είναι… αυθεντικότερος από τους αυθεντικούς πολιτικούς, έσπευσε να στηρίξει δημόσια την υποψηφιότητα τού ποδοσφαιρικά… εξωτικού Κατάρ για την ανάληψη του Μουντιάλ 2022, αφού το Μουντιάλ 2014 έχει ανατεθεί στη Βραζιλία και για εκείνο του 2018 υπάρχει ήδη… υπερζήτηση- από Αγγλία, Ρωσία, ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ισπανία (πιθανόν μαζί με Πορτογαλία)! (Ζήσης Καραβίας, Μουντιαλικά παραλειπόμενα…, Το Βήμα, 23 Μαΐου 2010)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 11, έτος 2012, ISSN: 1106‑8027. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr