Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υδροστατική οι υδροστατικές
      γενική της υδροστατικής των υδροστατικών
    αιτιατική την υδροστατική τις υδροστατικές
     κλητική υδροστατική υδροστατικές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδροστατική < γαλλική hydrostatique < hydro- (< αρχαία ελληνική ὑδρο-) + statique (<στατική)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υδροστατική θηλυκό

  • (φυσική) κλάδος της μηχανικής των υγρών που μελετά τις ιδιότητες των υγρών που δεν βρίσκονται σε κίνηση καθώς και τους φυσικούς νόμους που περιγράφουν αυτές τις ιδιότητες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία