Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υδρογραφία οι υδρογραφίες
      γενική της υδρογραφίας των υδρογραφιών
    αιτιατική την υδρογραφία τις υδρογραφίες
     κλητική υδρογραφία υδρογραφίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδρογραφία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υδρογραφία θηλυκό

  1. κλάδος της επιστήμης που ασχολείται με την μέτρηση του βάθους των νερών στην επιφάνεια της γης και την καταγραφή των γενικών χαρακτηριστικών τους, ώστε να χρησιμοποιούνται αυτές οι πληροφορίες κυρίως στην ναυτιλία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία