Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τροφόφαση οι τροφοφάσεις
      γενική της τροφόφασης των τροφοφάσεων
    αιτιατική την τροφόφαση τις τροφοφάσεις
     κλητική τροφόφαση τροφοφάσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

τροφόφαση < τροφ(ή) + -ό- + φάση (διεθνής όρος) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Ουσιαστικό επεξεργασία

τροφόφαση θηλυκό

  Μεταφράσεις επεξεργασία