Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρομώδης < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τρομώδης

  1. νόσος με επίπτωση ή σύμπτωμα την τρεμούλα
    τρομώδης νόσος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία