Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
τρᾰγοπωγων-
ονομαστική / τραγοπώγων οἱ/αἱ τραγοπώγωνες
      γενική τοῦ/τῆς τραγοπώγωνος τῶν τραγοπωγώνων
      δοτική τῷ/τῇ τραγοπώγων τοῖς/ταῖς τραγοπώγωσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν τραγοπώγων τοὺς/τὰς τραγοπώγωνᾰς
     κλητική ! τραγοπώγων τραγοπώγωνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τραγοπώγωνε
γεν-δοτ τοῖν  τραγοπωγώνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κώδων' όπως «κώδων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραγοπώγων < τράγ(ος) + -ο- + πώγων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τραγοπώγων, -ωνος αρσενικό ή θηλυκό (και ως επίθετο)

  1. με γένι (πώγωνα) που μοιάζει με τράγου
  2. (ελληνιστική σημασία, βοτανική) → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τις λέξεις τράγος και πώγων

  ΠηγέςΕπεξεργασία