Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρίπους αρσενικό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική τρίπους τρίπους τρίπουν τρίποδες τρίποδες τρίποδ
Γενική τρίποδος/
(τρίπου)
τρίποδος/
(τρίπου)
τρίποδος/
(τρίπου)
τριπόδων τριπόδων τριπόδων
Δοτική τρίποδ τρίποδ τρίποδ τρίποσῐ(ν) τρίποσῐ(ν) τρίποσῐ(ν)
Αιτιατική τρίπουν/
τρίποδ
τρίπουν/
τρίποδ
τρίπουν τρίποδᾰς τρίποδᾰς τρίποδ
Κλητική τρίπου(ς) τρίπου(ς) τρίπουν τρίποδες τρίποδες τρίποδ
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική τρίποδε τρίποδε
Γενική-Δοτική τριπόδοιν τριπόδοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρίπους < τρι- + πούς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τρίπους, -ους, -ουν

  1. τρίποδος, με τρία πόδια
    ἦν δὲ τὸ αἴνιγμα· τί ἐστιν ὃ μίαν ἔχον φωνὴν τετράπουν καὶ δίπουν καὶ τρίπουν γίνεται ((ψευδο)Απολλόδωρος, Γ, 5, 8)
  2. που έχει έκταση τρία πόδια
    διὰ παντὸς δὲ αὐτοῦ ἄλλο ὄρυγμα εἰκοσίπηχυ βάθος ὀρώρυκται, τρίπουν δὲ τὸ εὖρος, δι᾽ οὗ τὸ ὕδωρ ὀχετευόμενον διὰ τῶν σωλήνων παραγίνεται ἐς τὴν πόλιν ἀγόμενον ἀπὸ μεγάλης πηγῆς. (Ηρόδοτος, Γ, 60, 2)
Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική τρίπους τρίποδε τρίποδες
Γενική τρίποδος/
(τρίπου)
τριπόδοιν τριπόδων
Δοτική τρίποδ τριπόδοιν τρίποσῐ(ν)
Αιτιατική τρίπουν/
τρίποδ
τρίποδε τρίποδᾰς
Κλητική τρίπου(ς) τρίποδε τρίποδες


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρίπους αρσενικό

  1. τρίποδας