Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τεκνοποίησις τεκνοποιήσει τεκνοποιήσεις
Γενική τεκνοποιήσεως τεκνοποιησέοιν τεκνοποιήσεων
Δοτική τεκνοποιήσει τεκνοποιησέοιν τεκνοποιήσεσι(ν)
Αιτιατική τεκνοποίησιν τεκνοποιήσει τεκνοποιήσεις
Κλητική τεκνοποίησι τεκνοποιήσει τεκνοποιήσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεκνοποίησις < τεκνοποιέω < τέκνον + ποιέω / ποιῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τεκνοποίησις θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία