σφραγιδοφύλακας

Ελληνικά (el) Edit


  Ετυμολογία Edit

σφραγιδοφύλακας < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόEdit

σφραγιδοφύλακας αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςEdit