↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
σφρᾱγῑδ-
ονομαστική σφραγίς αἱ σφραγῖδες
      γενική τῆς σφραγῖδος τῶν σφραγίδων
      δοτική τῇ σφραγῖδ ταῖς σφραγῖσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν σφραγῖδ τὰς σφραγῖδᾰς
     κλητική ! σφραγίς* σφραγῖδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σφραγῖδε
γεν-δοτ τοῖν  σφραγίδοιν
Με μακρό γιώτα στο θέμα -ίς -ῖδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «σφραγίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σφραγίς (τεχνικός όρος) < αβέβαιης ετυμολογίας • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

σφραγίς, -ῖδος θηλυκό

  1. σφραγίδα, βασιλική σφραγίδα, δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο
  2. το αποτύπωμα σφραγίδας ή σφραγιδόλιθου

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Παράγωγα

επεξεργασία
 ετυμολογικό πεδίο 
σφραγιδ- 

παράγωγα και σύνθετα

(Χρειάζεται επεξεργασία)