Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συντεταγμένα < (καθαρεύουσα) συντεταγμένως από την λόγια παθητική μετοχή του παρακειμένου του ρήματος συντάσσομαι, συντεταγμένος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

συντεταγμένα

οι διαδηλωτές του ΠΑΜΕ αποχώρησαν συντεταγμένα


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία