Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρογγύλωση < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arrondissement

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στρογγύλωση θηλυκό

  1. (γλωσσολογία) η άρθρωση ενός ήχου με τα χείλη στρογγυλεμένα
  2. (γλωσσολογία) εξέλιξη στην προφορά μιας γλώσσας κατά την οποία ένα μη στρογγυλό φωνήεν τρέπεται σε στρογγυλό, π.χ. /e/ σε /o/, ή ένα λιγότερο στρογγυλό σε περισσότερο στρογγυλό, π.χ. /o/ σε /u/, επηρεασμένο από τα παρακείμενα σύμφωνα
    η στρογγύλωση στη Νεοελληνική παρατηρείται από τον μεσαίωνα σε λέξεις όπως "κουφός", που προέρχεται από το αρχαίο "κωφός"

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία