Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σιγά < αρχαία ελληνική σιγῆ

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

σιγά

  1. αργά, με μικρή ταχύτητα
  2. σιγανά, χωρίς να ακούγεται δυνατός ήχος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • σιγά σιγά
  • σιγά τον πολυέλαιο (ή τα αυγά ή τα λάχανα ή μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία