Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σενσουαλισμός οι σενσουαλισμοί
      γενική του σενσουαλισμού των σενσουαλισμών
    αιτιατική τον σενσουαλισμό τους σενσουαλισμούς
     κλητική σενσουαλισμέ σενσουαλισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σενσουαλισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σενσουαλισμός αρσενικό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία