σελιδαρίθμηση
Ελληνικά (el) Επεξεργασία
↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
---|---|---|---|---|
ονομαστική | η | σελιδαρίθμηση | οι | σελιδαριθμήσεις |
γενική | της | σελιδαρίθμησης | των | σελιδαριθμήσεων |
αιτιατική | τη | σελιδαρίθμηση | τις | σελιδαριθμήσεις |
κλητική | σελιδαρίθμηση | σελιδαριθμήσεις | ||
Η λόγια γενική ενικού (σελιδαριθμήσεως) δεν συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις. | ||||
όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά |
Ετυμολογία Επεξεργασία
ΟυσιαστικόΕπεξεργασία
σελιδαρίθμηση θηλυκό
- αρίθμηση σελίδων, ο τρόπος αρίθμησης των σελίδων κατά τη σελιδοποίηση
ΜεταφράσειςΕπεξεργασία
σελιδαρίθμηση