Arrows blue.png Δείτε επίσης: σέλας

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σελάς οι σελάδες
      γενική του σελά των σελάδων
    αιτιατική τον σελά τους σελάδες
     κλητική σελά σελάδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σελάς < σέλα + -άς < ελληνιστική κοινή σέλ(λ)α < λατινική sella < *sed-la < sedeo

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σελάς αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία