Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σαββατικός σαββατική σαββατικό
γενική σαββατικού σαββατικής σαββατικού
αιτιατική σαββατικό σαββατική σαββατικό
κλητική σαββατικέ σαββατική σαββατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σαββατικοί σαββατικές σαββατικά
γενική σαββατικών σαββατικών σαββατικών
αιτιατική σαββατικούς σαββατικές σαββατικά
κλητική σαββατικοί σαββατικές σαββατικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαββατικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σαββατικός

  • ο ανήκων (αυτός που ανήκει) στο Σάββατο[1]
  • o ανήκων (αυτός που ανήκει) ή ο αρμόζων (αυτός που αρμόζει) στο Σάββατο[2]

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Μαθηματικών - Liddell, Henry George. Scott, Robert, Konstantinidis (pub) Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης. Μετάφραση από τα αγγλικά: Ξενοφών Π. Μόσχος. Εμπλουτισμός, επιμέλεια: Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Έκδοση του Ανέστη Κωνσταντινίδη. Εισαγωγή: Γεώργιος Χατζιδάκις. Εκδότης: Ι. Σιδέρης, χ.χ. Τόμοι 4. (Τόμος 5ος: Συμπλήρωμα Επιμ. Κωνσταντίνος Δ. Γεωργούλης. Επιστασία ομάδας φιλολόγων: Παναγιώτης Κ. Γεωργούντζος.)
  2. Σταματάκος, Ιωάννης (1972). Λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. 3 τόμοι (1η έκδοση). Αθήνα.