Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ρουμποσύνη οι ρουμποσύνες
      γενική της ρουμποσύνης των (ρουμποσυνών)
    αιτιατική τη ρουμποσύνη τις ρουμποσύνες
     κλητική ρουμποσύνη ρουμποσύνες
Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρουμποσύνη < ρουμπ(ᾶς) + -οσύνη• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρουμποσύνη θηλυκό

  1. (επτανησιακό ιδίωμα) η αταξία[1]
  2. σπατάλη[2]

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Ξυδόπουλος, Γεώργιος (2017). Στοιχεία νεοελληνικών διαλέκτων. Αθήνα: Πατάκης, σελ. 16.
  2. Πανδώρα: σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος 15, 1865, σελ. 133 [1]