Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρήμαγμα ρημάγματα
γενική ρημάγματος ρημαγμάτων
αιτιατική ρήμαγμα ρημάγματα
κλητική ρήμαγμα ρημάγματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρήμαγμα < θέμα ρημακ- (ρημάζω, ρήμαξα) + -μα με τροπή [km] > [ɣm][1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɾi.maɣ.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρήμαγμα ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. ρήμαγμα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.