Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική πρωτοελλαδικός πρωτοελλαδική πρωτοελλαδικό
γενική πρωτοελλαδικού πρωτοελλαδικής πρωτοελλαδικού
αιτιατική πρωτοελλαδικό πρωτοελλαδική πρωτοελλαδικό
κλητική πρωτοελλαδικέ πρωτοελλαδική πρωτοελλαδικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρωτοελλαδικοί πρωτοελλαδικές πρωτοελλαδικά
γενική πρωτοελλαδικών πρωτοελλαδικών πρωτοελλαδικών
αιτιατική πρωτοελλαδικούς πρωτοελλαδικές πρωτοελλαδικά
κλητική πρωτοελλαδικοί πρωτοελλαδικές πρωτοελλαδικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρωτοελλαδικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πρωτοελλαδικός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία