Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσέλευσις θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική προσέλευσις προσελεύσει προσελεύσεις
Γενική προσελεύσεως προσελευσέοιν προσελεύσεων
Δοτική προσελεύσει προσελευσέοιν προσελεύσεσι(ν)
Αιτιατική προσέλευσιν προσελεύσει προσελεύσεις
Κλητική προσέλευσι προσελεύσει προσελεύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσέλευσις < (πρός) προσ- + ἔλευσις < προσελεύσομαι, μέλλοντας του προσέρχομαι
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: προσέλευση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσέλευσις θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία