Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολιτειολογία πολιτειολογίες
γενική πολιτειολογίας πολιτειολογιών
αιτιατική πολιτειολογία πολιτειολογίες
κλητική πολιτειολογία πολιτειολογίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολιτειολογία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολιτειολογία θηλυκό

  1. επιστήμη που μελετά τα πολιτεύματα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία