Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πνίξιμο τα πνιξίματα
      γενική του πνιξίματος των πνιξιμάτων
    αιτιατική το πνίξιμο τα πνιξίματα
     κλητική πνίξιμο πνιξίματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνίξιμο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πνίξιμο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία