Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πλεύρισμα τα πλευρίσματα
      γενική του πλευρίσματος των πλευρισμάτων
    αιτιατική το πλεύρισμα τα πλευρίσματα
     κλητική πλεύρισμα πλευρίσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλεύρισμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλεύρισμα ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία