Ετυμολογία

επεξεργασία
πλευρίζω < πλευρά + -ίζω

πλευρίζω

  1. (για σκάφος) πλησιάζω και ακουμπάω στην προκυμαία ή σε άλλο πλοίο με τη μία πλευρά
    ※  Το καΐκι θα στεκότανε στ' ανοιχτά - ποτέ δεν πλευρίζανε τα καΐκια στην έρημη ακρογιαλιά που απλωνότανε κάτω απ' τα πόδια του χωριού μας. (Σωτήρης Πατατζής Νεράιδα του βυθού [διήγημα])
  2. (μεταφορικά) (για άνθρωπο) πλησιάζω, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, κάποιον δήθεν για εξυπηρέτηση


  Μεταφράσεις

επεξεργασία