Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πενηντάευρο πενηντάευρα
γενική πενηντάευρου πενηντάευρων
αιτιατική πενηντάευρο πενηντάευρα
κλητική πενηντάευρο πενηντάευρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πενηντάευρο < πενήντα + ευρώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πενηντάευρο ουδέτερο

  1. (νεολογισμός) πενήντα ευρώ
  2. (νεολογισμός) ένα χαρτονόμισμα των πενήντα ευρώ
    Πενηντάευρα και εικοσάευρα προτιμούν οι παραχαράκτες. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία